Η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου είναι ένα θαύμα του σύγχρονου κόσμου που εγκαινιάσθηκε στις 12 Αυγούστου 2004, παραμονή της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Διευκολύνει τις μεταφορές και την επικοινωνία τόσο μέσα στην Ελλάδα, όσο και μεταξύ Ελλάδας και υπόλοιπης Ευρώπης.
Το ότι είναι η μεγαλύτερη (2,88 χιλιόμετρα) γέφυρα αυτού του τύπου έγινε σχεδόν κατά λάθος: μία καλωδιωτή γέφυρα με πολλούς πύργους και πλήρως κρεμαστή ήταν φθηνότερο να χτισθεί από μια "κανονική" κρεμαστή γέφυρα . Η Ελλάδα, ως χώρα που δεν έχει πολλά χρήματα, μπορούσε να διαθέσει κονδύλια μόνο για τη φθηνότερη, καλωδιωτή, γέφυρα.
Το έργο κατασκευάστηκε από μια ελληνογαλλική κοινοπραξία, κόστισε εξακόσια εξήντα εκατομμύρια δολλάρια και έλαβε τον τίτλο του μηχανικού αριστουργήματος. Υπήρξαν κάποια προβλήματα υλικοτεχνικής υποδομής με την κατασκευή που θεωρούνταν άλυτα από τους μηχανικούς μέχρι τα τέλη του 1990, όπως το ασυνήθιστο βάθος του Κορινθιακού Κόλπου (ογδόντα πέντε μέτρα), η έλλειψη υπόβαθρου κάτω από το βυθό της θάλασσας παρά το σκάψιμο ακόμα εκατό περίπου μέτρων, η θέση της γέφυρας πάνω σ’ ένα σεισμικό ρήγμα , καθώς και η ταχεία επέκταση των τεκτονικών πλακών, η οποία διευρύνει κατά τριακόσια χιλιοστά κάθε χρόνο την είσοδο του κόλπου της Κορίνθου, δηλαδή του σημείου ακριβώς που «γεφυρώνει» το έργο. Όλα αυτά τα προβλήματα λύθηκαν με την εξαιρετικά δημιουργική σχεδίαση.
Η Γέφυρα έχει λάβει εννιά Διεθνή Βραβεία, ορισμένα από τα οποία είναι:
- το Βραβείο Εξέχουσας Δομής 2006 της Διεθνούς Ένωσης Γεφυροποιΐας και Δομικών Έργων (IABSE)
- το Βραβείο Εξεχόντων Δομικών Έργων 2006 της Διεθνούς Ομοσπονδίας Σκυροδέματος
- το Μέγα Βραβείο Εξεχόντων Επιτευγμάτων Έργων Πολιτικού Μηχανικού της Αμερικανικής Εταιρείας Πολιτικών Μηχανικών (ASCE) 2005, που απονεμήθηκε για πρώτη φορά σε έργο εκτός Η.Π.Α.


